Οι μήνες πέρασαν
γρήγορα. Ο μικρός Νικόλας ακόμα δεν είχε
καταλάβει πότε το σχολείο είχε κλείσει
για τις διακοπές του Πάσχα. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Έκανε την συνηθισμένη βόλτα
,μετά από την πρωινή δουλειά στο μαντρί. Η άνοιξη βρισκόταν στο απόγειο της.
Όλο το χωριό καταπράσινο. Οι μυρωδιές της άνοιξης τον έκαναν πιο ευδιάθετο. Τα
αγριολούλουδα του βουνού ανέδυαν υπέροχες ευωδίες, με πιο απολαυστικές , πιο
ανάλαφρες των σπάρτων.
Καθώς περπατούσε , σκέφτηκε το σχολείο. Τα ίδια όπως και
πριν. Οι μαθησιακές δυσκολίες παρέμεναν. Η συμπεριφορά των καθηγητών η ίδια. Οι
περισσότεροι δίδασκαν τα μαθήματα της ειδικότητας τους , απλά για να κάνουν την
δουλειά τους, απλά για να περάσει η ώρα να τελειώσουν, να πάνε σπίτια τους. Γι αυτόν και για τους φίλους του ποιος
νοιαζόταν; Η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν,
λίγοι μεν, άξιοι καθηγητές. Υπήρχαν οι λεγόμενοι <<δάσκαλοι>>,
αυτοί που εργάζονται στα σχολεία , από
αγάπη για τα παιδιά, όχι για να κάνουν μόνο ένα βιοποριστικό επάγγελμα.
Αυτούς αγαπούσε. Αυτούς θα τους θυμόνταν
με σεβασμό για πάντα.
Θυμήθηκε , για ακόμα μία φορά, την Ειρήνη, την μαθήτρια
της Β ‘ Γυμνασίου , που του άρεσε. Είχε πλέον αρχίσει να μεγαλώνει, όπως τα
λουλούδια της άνοιξης. Η συμπεριφορά της, απέναντι του, είχε αλλάξει. Από
αδιάφορη και απόμακρη που ήταν , πριν τα Χριστούγεννα, είχε γίνει πιο φιλική.
Τώρα τον κοιτούσε πιο προσεκτικά, πιο περίεργα…. Όταν της έλεγε <<
Καλημέρα Ειρήνη. Τι κάνεις;>> του
απαντούσε << Καλημέρα. Καλά είμαι>> Κάτι ήταν κι αυτό. Είχε αρχίσει
να ελπίζει……
Στο δρόμο για το καφενείο είδε , επιτέλους, περισσότερες
ανοικτές πόρτες και παράθυρα. Είχε έρθει κόσμος στο χωριό, προσωρινά, για το
Πάσχα. Η ερημιά του χειμώνα, έστω και για λίγο χρονικό διάστημα, αποτελούσε
παρελθόν. Στο καφενείο υπήρχε περισσότερος κόσμος. Εκτός από τους μόνιμους
θαμώνες, γέρους και νέους εργένηδες, υπήρχαν νεοφερμένοι συγχωριανοί του,
κυρίως από την Αθήνα. Αντάλλαξε τις συνηθισμένες καλημέρες και ευχές. Ένας
αχώνευτος, νεόπλουτος, από την Αθήνα,
του είπε ειρωνικά: << Πώς είναι η ζωή στο χωριό τον χειμώνα, ρε Νικόλα;
Είναι βαριά η μοναξιά;>>
Ο Νικόλας ήταν πάντα ετοιμόλογος. << Μια
χαρά. Είναι πολύ καλύτερη από την φασαρία και την κοσμοπλημμύρα της Αθήνας. Εάν
έχεις περιέργεια έλα να ζήσεις εδώ τον χειμώνα, όχι μόνο Πάσχα και καλοκαίρι.>>
Βγήκε αμέσως από το καφενείο κλείνοντας απότομα την πόρτα, χωρίς να περιμένει
απάντηση. Από μέσα του έβριζε τον νεόπλουτο. << Καλός μαλάκας είναι
>> σκέφτηκε.
Επέστρεψε
σχεδόν θυμωμένος στο πατρικό του σπίτι. Η μητέρα του είδε τον θυμό ζωγραφισμένο
στο πρόσωπου του. Με μεγάλη ανησυχία τον
ρώτησε: << Νικόλα μου τι έπαθες; Ποιος σε πείραξε; >> Της απάντησε
νευριασμένα: << Κανείς ρε μάνα. Άφησε με ήσυχο. Είμαι μεγάλος
πιά.>> Κοίταξε στο καθιστικό. Ο πατέρας του καθόταν αποκαμωμένος,
σκεπτικός. Πριν από λίγο είχε περάσει ο έμπορος και πήρε τα τελευταία ζώα για
σφάξιμο. Τον ρώτησε με αγωνία: <<
Τι έγινε πατέρα; Πιάσαμε καλύτερη τιμή από πέρυσι;>> Η απάντηση του
βοσκού δεν χωρούσε καμία αμφισβήτηση.
<< Όχι γιέ μου. Πάλι καλά, που με το ζόρι και με δικιά μου επιμονή,
πήραμε την ίδια τιμή με πέρυσι. Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα παραμένει , όπως
παραμένει και η εκμετάλλευση των εμπόρων στο επάγγελμα μας. Του είπα ότι
προτιμούσα να τα σφάξω όλα και να τα δώσω σε φτωχούς και σε ιδρύματα, παρά να
τα πάρει σε εξευτελιστική τιμή.>>
Ο
Νικόλας ενθουσιάστηκε με την απάντηση του πατέρα του. << Μπράβο!!! Γι
αυτό σε θαυμάζω. Μη κολλάς πουθενά.>> του είπε με τον νεανικό του
ενθουσιασμό. Ο πατέρας του τον κοίταξε κατ ευθείαν στα μάτια. Του είπε με
σοβαρό ύφος: << Νικόλα μου , το επάγγελμα του βοσκού σβήνει. Το υπερήφανο
, ανεξάρτητο επάγγελμα του Έλληνα τσοπάνη, του Έλληνα αγρότη χάνεται. Ποιος
ξέρει , σε λίγα χρόνια, τι θα ταΐζουν τον κόσμο…>>
Ο
Νικόλας αυτή την φορά δεν απάντησε. Τι
άλλωστε μπορούσε να πει; Έβλεπε και ο ίδιος πόσο δίκιο είχε ο πατέρας
του. Μπήκε στο δωμάτιο του και κλείδωσε, όπως συνήθιζε, την πόρτα. Ήταν η ώρα
της εξόδου από την δύσκολη πραγματικότητα. Ήταν η ώρα της εικονικής απόδρασης, η
ώρα του διαδικτύου. Άνοιξε ένα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που
χρησιμοποιούσε με την παρέα του.Διάβασε τα μηνύματα. Πρώτο ήταν από τον Μάκη.
<< Έλα ρε μαλάκα. Που είσαι; Έχουν έρθει κάτι ωραία γκομενάκια από την
Αθήνα. Θα βγούμε για <<καμάκι;>>. Δεύτερο ήταν από τον Αντώνη. Ήταν
περίπου το ίδιο. << Καλά αυτοί ούτε αντιγραφή και επικόλληση να
έκαναν>> σκέφτηκε γελώντας. Από την Ειρήνη δεν είχε κανένα μήνυμα. Ούτε
είχε αποδεχτεί το πολλοστό αίτημα φιλίας του. << Δεν πειράζει. Ο ΕΠΙΜΕΝΩΝ
ΝΙΚΑ.>> σκέφτηκε πάντα με χαμόγελο. Της έκανε ακόμη ένα αίτημα.
Διάβασε
το τελευταίο μήνυμα της Ελένης ή μάλλον καλύτερα της υποτιθέμενης <<
Ελένης>> δηλαδή, της εικοσάχρονης φοιτήτριας από την Αθήνα. << Μωρό
μου. Πότε θα έρθεις , να κάνουμε τρελλίτσες;>>. Είχε μόνιμη απάντηση
<< Θα δούμε……>>. Του επισύναπτε τις υποτιθέμενες σκανδαλώδεις φωτογραφίες της. Με το Μάκη , που ήταν
ειδικός στο διαδίκτυο, είχαν ελέγξει ότι οι φωτογραφίες ήταν κλεμμένες από την
ιστοσελίδα Αμερικάνικου μοντέλου μόδας.
<< Ποιος ξέρει τι απατεώνας είναι αυτή ή αυτός. Νομίζει ότι εμείς εδώ
στην επαρχία τρώμε κουτόχορτο.>> Σκέφτηκε αυτή τη φορά με απέραντη
γαλήνη.
Πριν
κλείσει τον υπολογιστή του, έγραψε σε όλους, ακόμη και στην << Ελένη>> , το παρακάτω μήνυμα:
ΚΑΛΗ
ΑΝΑΣΤΑΣΗ!!!
ΚΑΛΟ
ΠΑΣΧΑ!!!
Υ.Γ.1
Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, τοποθεσία, χωριό είναι εντελώς συμπτωματική.
Υ.Γ.2
Το παραπάνω διήγημα μπορεί να διαβαστεί
είτε ως ανεξάρτητο, είτε ως συνέχεια του διηγήματος: Τα Χριστούγεννα του μικρού
Νικόλα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου