Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1770-1843) στην Πνύκα (7 Οκτωβρίου 1838)

Ο Αρχιστράτηγος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ     (Ο Γέρος του Μοριά) έβγαλε τον παρακάτω λόγο απευθυνόμενος κυρίως στην νεολαία.
 

Σύμφωνα με δημοσίευμα, στις 13 Νοεμβρίου 1838, της εφημερίδας «Αιών»: «Κατά την 7 Οκτωβρίου ο στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα.
Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς.
Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν.
Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην.
Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν».
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, όποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, όποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ' ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος.
Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.
Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο.
Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, "μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε". Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.
Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!
Τελειώνω τον λόγο μου.
Ζήτω ο βασιλεύς μας Όθων!
Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι!
Ζήτω ή ελληνική νεολαία!


Η Ρωσία και η Ελληνική Επανάσταση (1821 – 1829)

  • Καλημέρα σας
  • Σήμερα γιορτάζουμε την εθνική παλιγγενεσία , δηλαδή , την  κατάληξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων του 1821 και την συγκρότηση και ανάδειξη του νεοπαγούς και ανεξάρτητου  κράτους της Ελλάδος, και όχι βεβαίως του έθνους που έτσι κι αλλιώς υπήρχε σε όλη την ιστορική διαδρομή από την αρχαία Ελλάδα , την Ρωμαική εποχή , την Βυζαντινή εποχή και την Οθωμανική κατοχή.Για το λόγο αυτό αναδημοσιεύω το άθρο του Γ.Η Ορφανού για το ρόλο της Ρωσίας στην Ελληνική Επανάσταση του 1821
Ιστορική επιμέλεια:
Γ. Η. Ορφανός

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821, σημαντικά ήταν και τα φιλελληνικά ρεύματα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, παρά τις αντιδράσεις των επηρεασμένων από την «Ιερά Συμμαχία» (Ι.Σ.) κυβερνήσεών τους. Στο σημερινό μας σημείωμα θα ιδούμε τη στάση της Ρωσικής κυβέρνησης απέναντι στους επαναστάτες σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα (1821 – ’29).
Ας ξεκινήσουμε γράφοντας ότι, σχετικά με τον φιλελληνισμό στην Ανατολική Ευρώπη, πρέπει να συμπεριλάβουμε και το μεγάλο Ρώσο ποιητή Aλέξανδρο Πούσκιν, αλλά και όσους τυχόν φιλέλληνες συμπατριώτες του αξιωματικούς του τσαρικού στρατού (τους «Δεκεμβριστές»; ) περιέβαλαν με συμπάθεια τον ελληνισμό στα προεπαναστατικά χρόνια ή στο ξεκίνημα της Επανάστασης.
Οι «Δεκεμβριστές» ήσαν λίγοι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, που θέλησαν να επωφεληθούν του μεσολαβήσαντος ζητήματος της σειράς της διαδοχής του ρωσικού θρόνου, το Δεκέμβρη του 1825, και υπεκίνησαν σε στάση ορισμένες φρουρές, λίγο μετά το θάνατο του Τσάρου Αλεξάντρου του 1ου και προ της αναρρήσεως στο θρόνο του αδελφού του, Νικολάου του 1ου. Το κίνημα καταπνίχτηκε από το νέο Τσάρο γρήγορα, με πολλά θύματα, με εκτελέσεις 7 από τους ηγέτες του και εξορίες πολλών άλλων, ενώ, τα κατοπινά χρόνια, όπως γράφει ο Δ. Κόκκινος, στη Ρωσία κυριάρχησε «βαρύς δεσποτισμός, ο οποίος έφερε την γαλήνην διά του τρόμου».
O Α. Πούσκιν, όμως, με υπομονή και επιμονή, στάθηκε, πάντοτε, υποστηρικτής της λευτεριάς και ανεξαρτησίας των Ελλήνων όχι μόνο με τον προφορικό του λόγο αλλά και με τον γραπτό λόγο και τη δράση του. Μέσα από πλήθος ποιημάτων και άλλων έργων του εκφράζει την υποστήριξή της Επανάστασης των Ελλήνων για το λυτρωμό από τη σκληρή μακραίωνη τυραννική σκλαβιά. O Ρώσος ποιητής, επίσης, παρακολούθησε από κοντά την έναρξη, την εξέλιξη, το δυναμισμό των επαναστατικών γεγονότων, της εξέγερσης των «Φιλικών» και του πολύχρονου ένοπλου αγώνα του λαού μας τόσο στην ηπειρωτική Eλλάδα όσο και στα νησιά, ενώ σε γράμμα του αναφέρει ότι στον κόσμο του «τίποτα δεν ήταν τόσο δημοφιλές και τόσο κοσμοαγάπητο όσο η ελληνική υπόθεση».
Ας πάμε λίγα χρόνια πριν τον ελληνικό ξεσηκωμό. Στο Karlsband θα συναντηθούν, υπό την καθοδήγηση του Αυστριακού καγκελαρίου, Μέττερνιχ,  οι εγκέφαλοι της «Ι.Σ.» το 1819 για λόγους οργάνωσης και μεθοδολογίας της, ενώ την επόμενη χρονιά μαζεύτηκαν στο Troppau της Σιλεσίας, θορυβημένοι από διάφορες εξεγέρσεις στην ιταλική και την ιβηρική χερσόνησο. Καθώς διαφωνούσαν, διακόπτουν τις εργασίες του Troppau και τις ξαναρχίζουν το Γενάρη του 1821 στο Laybach (σημ. Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας).
Εκεί τους βρήκε και μαζύ τους και τον Ιωάννη Καποδίστρια, μέλος της ρωσικής διπλωματικής αποστολής, η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης τους πρώτους μήνες του 1821. Ο Τσάρος Αλέξανδρος αποκηρύττει το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και τον διαγράφει από τους ρωσικούς στρατιωτικούς καταλόγους. «Η ανθελληνική πολιτική του Τσάρου δεν ήταν ούτε συγκυριακή, ούτε ετεροκίνητη», γράφει ο Κ. Σιμόπουλος για το Ρώσο ηγέτη, που «ευνοεί» μόνο όσα κινήματα κατά της Τουρκίας «εξυπηρετούν» τα ρωσικά συμφέροντα!
Η Ρωσία με το Μεγάλο Πέτρο και την Αικατερίνη τη 2η – κατά το 18ο αιώνα –  εκδήλωσε το ενδιαφέρον της να προεκταθεί προς το νότο και να εξασφαλίσει ελεύθερη ναυσιπλοΐα προς τη Μεσόγειο σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ελέγχει την ανατολική Μεσόγειο και το μεγαλύτερο μέρος του Εύξεινου Πόντου.
Έτσι, εκδηλώνονται συχνά ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι συνθήκες που υπογράφονται δεν ευνοούνε πάντοτε το Σουλτάνο. Προς αυτήν την κατεύθυνση κλίνει κι η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), αλλά η τελευταία ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου (28/5/1812, ενώ o  Ναπολεόντειος στρατός πλησίαζε τα ρωσικά σύνορα) άφηνε πολλά εκκρεμή ζητήματα κι έδινε διάφορες αφορμές για νέες προστριβές μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.
Ο Τσάρος, πάντως, όταν το 1821 ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση, βρισκόταν σε δίλημμα, καθώς από τη μια τον έδενε η «Ι.Σ.» και το συνέδριο του Laybach κι από την άλλη δεν μπορούσε να μην ακολουθήσει την πάγια αντιτουρκική πολιτική της χώρας του.
Οι οικονομικές δραστηριότητες των Ελλήνων εμπόρων και ναυτικών στη Ρωσία, η εκεί ίδρυση της «Φιλικής Εταιρείας», η πετυχημένη σταδιοδρομία Ελλήνων στην Τσαρική Αυλή (Ο μεν Καποδίστριας ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, ο δε Υψηλάντης ήταν στρατιωτικός καριέρας, υπασπιστής του ίδιου του Αλέξανδρου) συντέλεσαν να ισχυροποιηθούν οι ελληνορωσικοί δεσμοί και να πιστέψουν οι Έλληνες πως η ομόδοξη χώρα θα τους βοηθούσε. Μ’  αυτό το συλλογισμό, ίσως, εξηγείται κι η ελπίδα του Αλέξανδρου Υψηλάντη πως στον εθνικοαπελευθερωτικό τους Αγώνα θα έχουν «...μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας...» (από την προκήρυξη της 24/2/1821), δηλαδή τη Ρωσία.
Οι τουρκικές φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων, με αποκορύφωμα τον απαγχονισμό του Πατριάρχη το Πάσχα του 1821, η παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία μετά την αποτυχία του Αλ. Υψηλάντη θα προβληματίσουν περισσότερο τον Τσάρο, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ των φιλειρηνικών και συμφώνων με το πνεύμα της «Ι.Σ.» προτάσεων από στενούς του συμβούλους (Nesselrod Κάρολος Βασίλιεβιτς, Ρώσος υπουργός εξωτερικών από το 1816 έως το 1856 και πρωθυπουργός του Τσάρου) και των προτεινομένων εμπόλεμη επίλυση των διαφορών με το Σουλτάνο εισηγήσεων, που δεχόταν από τον Ι. Καποδίστρια κ.α..
Με δύο εγκυκλίους του, ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Στρογγάνοφ, ξεφανερώνει, στους πρώτους μήνες του 1821, την επίσημη ρωσική πολιτική. Συγκεκριμένα, έδωσε, με τη μεν πρώτη (9/21 Μάρτη 1821), εντολές στα ρωσικά προξενεία στην Ανατολή να τονίζουν ότι η Ρωσία είναι παντελώς αμέτοχη όσων έχουν γίνει στη Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους συνεργάτες του, με τη δεύτερη (4/16 Απρίλη 1821) δε ανακοίνωνε πως ο Τσάρος καταδίκαζε τον Υψηλάντη.
Στις 30 Απρίλη του 1821 κυκλοφόρησε η περίφημη «Διακήρυξη της Ι.Σ.» μετά το Συνέδριο του Laybach, στο οποίο συμμετείχαν από το Γενάρη του ίδιου έτους ο Ρώσος Τσάρος, ο βασιλιάς της Πρωσίας κι ο Αυστριακός αυτοκράτορας, με τους υπουργούς τους και τους υψηλά ιστάμενους διπλωματικούς συνεργάτες τους, αλλά και Γάλλοι κι Άγγλοι εκπρόσωποι. Είχαν μαζευτεί για να αποφασίσουν τη βίαιη καταστολή των απελευθερωτικών κινημάτων του Πεδεμοντίου και της Νεάπολης της ιταλικής χερσονήσου.
Με τη διακήρυξη καταδικαζόταν ως εγκληματική κάθε φιλελεύθερη κίνηση των λαών για εθνική απελευθέρωση ή κοινωνική δικαιοσύνη. Η «Ι.Σ.» είχε παντού, στην Ευρώπη, το «λύειν και το δεσμείν».
Τον Ιούλη, πάντως, του ίδιου χρόνου (6/7/1821), ο Στρογγάνοφ διατάσσεται να επιδώσει στην Υψηλή Πύλη (: Σουλτανική κυβέρνηση) ένα αυστηρό τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε ως ελάχιστη ικανοποίηση  – μεταξύ άλλων –  και τα εξής: η Ρωσία έχει το δικαίωμα να προστατεύει τους χριστιανούς των τουρκοκρατούμενων εδαφών –  αποχώρηση του τουρκικού στρατού από τη Μολδοβλαχία –  διάκριση ενόχων & αθώων από τους Τούρκους κατά την αντιμετώπιση της Επανάστασης.
Ο Σουλτάνος αρνήθηκε κι οι ρωσοτουρκικές διπλωματικές σχέσεις διεκόπησαν με την ανάκληση της ρωσικής διπλωματικής αντιπροσωπείας από την Πόλη. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος ήταν προ των πυλών, αλλά ο Αλέξανδρος, επηρεασμένος πάντα από το Μέττερνιχ, δεν προχώρησε.
1822 – 1824
Κι αφού μεσολάβησε στις 6/7/1821 το ρωσικό τελεσίγραφο, με το οποίο παρουσιάζεται η Ελληνική Επανάσταση ως ξεσηκωμός καταδυναστευομένου από βάρβαρο δυνάστη έθνους κι όχι ως στασιαστική εξέγερση υποκινούμενη από «διεθνείς ανατροπείς», την άνοιξη του 1822, όμως, ο Τσάρος της Ρωσίας, Αλέξανδρος, εμφανίζεται απρόθυμος να πολεμήσει εναντίον του Σουλτάνου. «Εγένετο», μάλιστα, όπως γράφει ο Π. Καρολίδης, «ειρηνικός, συντελεσάντων εις τούτο των αγγελθέντων υπό του αδελφού αυτού αντιβασιλέως της Πολωνίας μεγάλου δουκός Κωνσταντίνου (του πρότερον υποψηφίου Έλληνος αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως) περί επικειμένης επαναστάσεως των Πολωνών  εν περιπτώσει πολέμου  και της εκραγείσης επαναστάσεως εν Ισπανία». Στις εαρινές συζητήσεις Ρωσίας και Αυστρίας, απεσταλμένος του Τσάρου ήταν ο Τάτιστσεφ, στον οποίο ο Μέττερνιχ είπε ότι η Αυστρία θα εγκατέλειπε τους Ρώσους εάν κήρυτταν τον πόλεμο κατά του Σουλτάνου και ότι μόνο για βελτίωση της τουρκικής διοίκησης μπορούσαν να γίνουν διαπραγματεύσεις και όχι για τη δημιουργία ημιανεξαρτήτου Ελλάδας, όπως είχε προτείνει ο Αλέξανδρος.
Και ενώ αποφασίστηκε να γίνει μια νέα Σύνοδος των ηγεμόνων της Ευρώπης, ο Τσάρος, για να έχει τη σύμπραξη των συμμάχων του, θα έπρεπε, κατά το Μέττερνιχ, να «θυσιάσει» τον Ι. Καποδίστρια. Πράγματι, η τσαρική αυτή πολιτική επέφερε και την απομάκρυνση του Επτανήσιου διπλωμάτη  από τη ρωσική Αυλή προς τα τέλη του θέρους του 1822.
Λίγους μήνες, λοιπόν, αργότερα στα μέσα του Οκτωβρίου του 1822, οι επιθυμίες του Τσάρου ευοδώθηκαν, καθώς ξεκινά τις εργασίες του το Συνέδριο της Βερόνας. Συμμετείχαν οι αυτοκράτορες Ρωσίας κι Αυστρίας, ο βασιλιάς της Πρωσίας, ανώτατοι άρχοντες μικρότερων κρατιδίων της ιταλικής χερσονήσου, ο νικητής του Ναπολέοντα, Ουέλλιγκτον ως επικεφαλής της αγγλικής αποστολής, ο  αντιπρόσωπος του Πάπα, καρδινάλιος Σπίνα, ο Μέττερνιχ και οι Γάλλοι πολιτικοί, Σατομπριάν και Μονμορανσύ.
Αρχές του Νοέμβρη του ίδιου έτους, οι Ρώσοι κι οι Τούρκοι ξανασυνάπτουν διπλωματικές σχέσεις. Οι όροι του σχετικού πρωτοκόλλου, που υπογράφεται στις 9/11/1822, είναι  υπέρ του Τσάρου (σεβασμός των Τούρκων στη χριστιανική θρησκεία  –  να αδειάσει ο τουρκικός στρατός τη Μολδοβλαχία  –  να διοριστούν ξανά ντόπιοι ηγεμόνες στις επαρχίες αυτές  –  ανάκληση όλων των μέτρων κατά της ξένης ναυτιλίας –  ελεύθερους διάπλους των Στενών της Κωνσταντινούπολης από τα πλοία όλων των χωρών).
Στις αρχές, λοιπόν, του 1824 (9/1/1824) ο Τσάρος της Ρωσίας, Αλέξανδρος, ρίχνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το ρωσικό σχέδιο των «3 τμημάτων». Το σχέδιο προέβλεπε να επέμβουν οι Δυνάμεις όχι για να καταπνίξουν την Επανάσταση, μα για να αναγνωρίσουν κρατική υπόσταση στους επαναστάτες και να επιβάλλουν την ειρήνευση στην περιοχή . Καθώς ο Σουλτάνος δε θα δεχόταν απόλυτη πολιτική ανεξαρτησία  κι οι Έλληνες τον τουρκικό ζυγό, προτείνει να ιδρυθούν 3 ηγεμονίες στα πρότυπα των παραδουνάβιων (σε Θεσσαλία, Βοιωτία κι Αττική η πρώτη, με Ήπειρο & Αιτωλοακαρνανία η δεύτερη κι η τελευταία θα περιλαμβάνει Κρήτη & Πελοπόννησο), στις οποίες η Τουρκία θα διατηρούσε την επικυριαρχία, θα εισέπραττε ετήσιο φόρο και θα κρατούσε φρουρές με στενά τοπικά δικαιώματα.
Με την έλευση του 1825
Τον Οχτώβρη του 1825, ο Ρώσος πρωθυπουργός, Nesselrod, καθώς η αιγυπτιακή βοήθεια του Ιμπραήμ είχε συμβάλει στη σύντριψη της Ελληνικής Επανάστασης, έβλεπε τη διπλωματία της χώρας του να ‘χει αποτύχει και δε θα μπορούσε πια να εξαναγκάσει έναν ηττημένο Σουλτάνο να συνθηκολογήσει. Τότε, οι Ρώσοι πρεσβευτές στις ευρωπαϊκές Αυλές (4/10/1825, ο Pozzo Di Borgo από το Παρίσι και δύο εβδομάδες αργότερα, από το Λονδίνο, ο Lieven) προτείνουν μιαν τολμηρή κίνηση, να καταληφθούν, αμέσως και δίχως να ληφθεί υπόψη η Ευρώπη, οι Παραδουνάβιες ηγεμονίες, έστω και με κίνδυνο ευρωπαϊκού πολέμου. Ο Τσάρος Αλέξανδρος, αν και – κατά το Φρειδερίκο Ένγκελς – «[…] νωθρός, κυκλοθυμικός, βαριεστημένος, μυστικιστής και ρομαντικός, από τον Grec du Bas Empire (όπως τον αποκαλούσε ο Ναπολέων) είχε όχι μόνο την πονηριά και τη δολιότητα, αλλά και την ψυχική αστάθεια και την αδράνεια […]», έδειχνε, όμως, να στρέφεται πια προς τη Σουλτανική και νόμιμη εξουσία και όχι στους επαναστάτες Έλληνες!
Ένας θάνατος αλλάζει το ρου (1825)
Η ρωσική πολιτική για το ελληνικό ζήτημα, πάντως, θα αλλάξει σημαντικά στις 19/11 (ή 1/12) /1825, ημέρα που ο Τσάρος Αλέξανδρος ο 1ος πέθανε και τον διαδέχτηκε, αν και με σφετερισμό του θρόνου, ο εκ των αδελφών του, Νικόλαος ο 1ος, ο οποίος, καθώς το επιτελείο του αποτελείτο από φιλοπόλεμους, ήθελε να λύσει τις όποιες ρωσοτουρκικές διαφορές με πόλεμο. Λέγεται, μάλιστα, και ότι λίγο πριν πεθάνει ο Αλέξανδρος, κατά τον Δ. Κόκκινο, «υπέβαλεν εις την Αγγλίαν την πρότασιν να διαχειρισθή και να ρυθμίση μόνη αυτή το ελληνικόν ζήτημα».
Για τον Τσάρο Αλέξανδρο και τη ρωσική πολιτική και διπλωματία για το ελληνικό ζήτημα, ο Φρ. Ένγκελς θα γράψει: «Η ελληνική εξέγερση πρόσφερε λοιπόν τη χειρολαβή· για να μπορέσει όμως η ρωσσική διπλωματία να την πιέσει με δύναμη, έπρεπε να εμποδιστεί η ανάμιξη της Δύσης, έπρεπε δηλαδή να παραμείνει απασχολημένη με τα εσωτερικά της προβλήματα. Για το σκοπό αυτό είχε προσφέρει λαμπρή προεργασία ο κούφιος λόγος για τη “νομιμότητα”. Οι νόμιμοι κύριοι είχαν γίνει παντού μισητοί πέρα για πέρα (...) Η Τσαρική διπλωματία (...) προστάτευε άμεσα τα επαναστατικά στοιχεία της Δύσης μόλις αυτά εμφανίζονταν με το προσωπείο του φιλελληνισμού – και ποιοι άλλοι ήσαν οι Φιλέλληνες, που μάζευαν χρήματα κι έστελναν ολόκληρα ένοπλα επικουρικά σώματα στην Ελλάδα, αν όχι οι Καρμπονάροι και άλλοι φιλελεύθεροι της Δύσης;
΄Ολα αυτά δεν εμπόδισαν τον πεφωτισμένο Τσάρο Αλέξανδρο να καλέσει τους νόμιμους συναδέλφους του στα συνέδρια του ΄Ααχεν, του Τρόππαου, του Λάιμπαχ και της Βερόνας, να πάρουν τα πιο ενεργά μέτρα εναντίον των εξεγερμένων υπηκόων τους και να στείλει στα 1821 τους Αυστριακούς στην Ιταλία και στα 1823 τους Γάλλους στην Ισπανία για να καταστείλουν την επανάσταση – κι ακόμα να καταδικάσει φαινομενικά την εξέγερση των Ελλήνων, ενώ ταυτόχρονα την υποκινούσε ο ίδιος κι έβαζε ανθρώπους του να ενθαρρύνουν τους Φιλέλληνες της Δύσης,  ώστε να διπλασιάσουν τη δραστηριότητά τους.
Και πάλι η ηλίθια Ευρώπη πιάστηκε κορόιδο με τρόπο απίστευτο στους ηγεμόνες και στους αντιδραστικούς ο Τσάρος κήρυσσε τη νομιμότητα, στους φιλελεύθερους φιλισταίους απελευθέρωση των λαών και διαφωτισμό, και τον πίστευαν κι οι δυο».
Ως απεριόριστα μεγαλοπρεπής, αποφασιστικός και ισχυρός, σκληρός σαν την πέτρα και αμείλικτος σαν τη μοίρα, ο νέος, όμως, Τσάρος, ένας – κατά τον Ένγκελς – «τύπος μέτριου ανθυπολοχαγού», είναι η ενσάρκωση του κλασικού δεσποτισμού και εμπιστευόταν λίγους ανθρώπους, τους οποίους είχε κοντά του ως συμβούλους, ενώ οι πόλεμοί του εναντίον της Μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήσαν «κυήματα» του φιλελληνισμού του ή της φροντίδας του για τους σκλαβωμένους ομόθρησκους Έλληνες, αλλά μάλλον αποτελούν έμπρακτη εφαρμογή του ιδεολογικού τριπτύχου «Απολυταρχία, Ορθοδοξία, Πατριωτισμός», επί του οποίου στήριξε το γεμάτο ψεύδος, δουλοπρέπεια και υποκρισία σύστημα της εξουσίας του!
Παρασυρμένος από τους πολεμόχαρους συμβούλους του, ο Τσάρος Νικόλαος, λοιπόν, έστειλε νέο τελεσίγραφο στην Τουρκία στις 17/3/1826 για να ικανοποιηθούν εντός 6 (!) ημερών υπέρ της Ρωσίας οι όποιες διαφορές με την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1812 και το 1821. Διαφορετικά, ο Ρώσος διπλωμάτης Μinciaky θάφευγε από την Κωνσταντινούπολη κι αυτό θάταν εις βάρος της Σουλτανικής κυβέρνησης. Επιπλέον, ο νέος Τσάρος ήθελε η Ρωσία νάχει το πρώτο λόγο στις διπλωματικές εξελίξεις κι όχι ο Μέττερνιχ κι ο Γ. Κάννιγκ. Και με τις πρωτοβουλίες του τις, φαινομενικά, υπέρ των Ελλήνων, φαίνεται πως θα υποκινήσει και την ίδρυση του φιλορωσικού κόμματος κοντά στο αγγλικό και το γαλλικό στην Ελλάδα, το πρώτο δίμηνο του 1826!
Έβλεπε, λοιπόν, ο Νικόλαος πως τα βρετανικά δάνεια, ελέω Γ. Κάννιγκ, της διετίας 1824  – 1825 είχαν αυξήσει την αγγλική επιρροή στους επαναστάτες και, επιπλέον, ότι η Ρώσικη Αυλή είχε ενοχληθεί από την «Πράξη Υποτέλειας» του θέρους του 1825. Και ενώ τα κατοπινά χρόνια, ο ίδιος ο Τσάρος θα δώσει, για εξυπηρέτηση των ρωσικών συμφερόντων και με «πατρική – κατά το Μαρξ – πρόνοια» στους Έλληνες για Κυβερνήτη τον Καποδίστρια και θα βοηθήσει την ελληνική ανεξαρτησία, με τσαρική, λοιπόν, πρωτοβουλία, ανακινείται διπλωματικά το ελληνικό ζήτημα.  Στις 23/3 (ή 4/4)/1826 ο Άγγλος διπλωμάτης και στρατηγός Wellington, που είχε μεταβεί στη Ρωσία για να συγχαρεί το νέο Τσάρο,  κι ο Ρώσος πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών Nesselrod υπογράφουν το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης και συμφωνούν να επέμβουν μεσολαβητικά για τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς, όμως, στο Σουλτάνο, καθορίζοντας, όμως, οι δυο δυνάμεις (Αγγλία & Ρωσία) τους όρους του ελληνοτουρκικού συμβιβασμού. Παράλληλα, δηλώνουν πως θα δεχτούν τη σύμπραξη και των άλλων δυνάμεων. Ο Τσάρος, με την υπογραφή του εν λόγω Πρωτοκόλλου, είχε πετύχει στο στόχο του, να πετύχει την ειρήνευση στην Ελλάδα χωρίς να έρθει σε αντιπαράθεση με την Αγγλία.
Με το πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826), εγκαταλείφθηκε πια το σχέδιο των 3 ηγεμονιών, εξοβελίζονταν η Αυστρία και ο Μέττερνιχ από τον κατάλογο των άμεσα ενδιαφερομένων για την Επανάσταση των Ελλήνων, αποτρεπόταν  – προς το παρόν –  ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, ουσιαστικά κατέλυε την «Ι.Σ.». Ήταν το πρώτο επίσημο διπλωματικό έγγραφο που  αναγνώριζε πολιτική ύπαρξη στους Έλληνες μνημονεύοντας το όνομα «Ελλάδα» και της εξασφάλιζε αυτονομία με ντόπιους αιρετούς άρχοντες και καταβολή φόρου υποτέλειας. Πάντως, το πρωτόκολλο θεωρείται ρωσική επιτυχία, καθώς δεν ικανοποίησε το Γ. Κάννιγκ κι η φίλα προσκείμενη στο σύμμαχο του Σουλτάνου, Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου, Γαλλία θα συμφωνήσει με τις άλλες δυο δυνάμεις μόνο μετά τη συνθήκη του Αckerman (7/10/1826: πλήρης αποδοχή από την Υψηλή Πύλη των ρωσικών αξιώσεων, μ’ αντάλλαγμα τη μη ρωσική ανάμειξη στο ελληνικό ζήτημα)  και την επίμονη άρνηση της Τουρκίας να δεχτεί ειρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Τη λύση δίνει ρωσοτουρκικός πόλεμος
Με την είσοδο του 1827, έχουμε κινητικότητα για το ελληνικό ζήτημα στις Αυλές των Μεγάλων Δυνάμεων. Ιδιαίτερη προσοχή ας δώσουμε στις οδηγίες του Ρώσου υπουργού των Εξωτερικών Νέσελροδ στον πρέσβη του στο Λονδίνο, Λίβεν, στις 9 Ιανουαρίου 1827 και αφορούσαν κυρίως στον διαγραφόμενο κίνδυνο από τον αιγυπτιακό στόλο εναντίον των λιμανιών της Πελοποννήσου: «Τα πραγματικά εξαναγκαστικά μέτρα στα οποία αποδίδουμε μεγάλη σημασία είναι να ενωθούν οι ναυτικές μας μοίρες, με στόχο να εμποδίσουμε την είσοδο τουρκικών ή αιγυπτιακών ενισχύσεων στρατιωτών, όπλων, πλοίων και πολεμοφοδίων στην Πελοπόννησο ή στο Αρχιπέλαγος... Αν ο κ. Κάνιγκ αρνηθεί μια συνθήκη σύμφωνη με τις δικές μας επιθυμίες... ο αυτοκράτοράς μας σας υποβάλλει μια άλλη μέθοδο διαπραγματεύσεων, ως εφεδρικό μέσο, που θα μεταχειρισθείτε σε έσχατη ανάγκη...». Μ’ άλλα λόγια, ο Λίβεν θα έπρεπε να υπενθυμίσει κατηγορηματικά στον Κάνιγκ, το 6ο άρθρο του πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως της 4ης Απριλίου 1826, σύμφωνα με το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούσαν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται κάθε ευνοϊκή ευκαιρία, για να αναγκάσουν τη Τουρκία να δεχθεί τις αποφάσεις τους για την κατάπαυση του πολέμου στην Ελλάδα.
Στις 26/4/1828 θα κηρυχτεί νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, αφού ο Νικόλαος ο 1ος απαιτούσε από το Μαχμούτ το 2ο τα συμπεφωνημένα στο Ackerman, όπου δεν είχε γίνει, όμως, αναφορά στο ελληνικό ζήτημα, κάτι που η Πύλη και οι επιτελείς της ερμήνευσαν ως έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του Τσάρου και της Ρωσίας για την τύχη των Ελλήνων. Για δε τους Έλληνες, την άνοιξη του 1828, ο ίδιος ο Τσάρος θα εκφράσει την αντιπάθειά του για την – κατά τη γνώμη του – φριχτή, εγκληματική και αποκρουστική συμπεριφορά τους, εφόσον είναι υπήκοοι, όπως πιστεύει, που στασίασαν εναντίον του νομίμου ηγεμόνα τους (!).
Η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στους μεταξύ τους πολέμους κατά τον 19ο αιώνα, επιδίωκαν την ικανοποίηση διαφορετικών, αντίθετων σκοπών. Δεν επρόκειτο για μια σύγκρουση δυο εγωιστών τυράννων. Η Ρωσία, παρασυρμένη από τη σημαντική της γεωγραφική θέση και σπρωγμένη από τα οικονομικά της συμφέροντα στις θάλασσες που περιβάλλουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Μεσόγειος, Αιγαίο, Κασπία, Μαύρη Θάλασσα, Περσικός κόλπος), ήθελε να στερεώσει την επίδρασή της στα Στενά και στη Βαλκανική Χερσόνησο. Με τη διεξαγωγή των ρωσοτουρκικών πολέμων θα παγιωνόταν ο κυρίαρχος ρόλος της Ρωσίας στην περιοχή, θα αναπτυσσόταν η οικονομία της, θα διευρυνόταν η οικονομική και πολιτική επιρροή της στους βαλκανικούς λαούς. Έτσι, όμως,  ερχόταν σε αντιπαράθεση με την πολιτική του Σουλτάνου, εφόσον η Οθωμανική Αυτοκρατορία στόχευε στην επέκταση των εδαφικών κατακτήσεών της σε βάρος της Ρωσίας και στη διατήρηση της κυριαρχίας της στους βαλκανικούς λαούς.
Ο πόλεμος διήρκεσε μέχρι τις 14/9/1829, ο ρωσικός στρατός, μετά τις αποτυχημένες προσπάθειές του κατά το 1828 (Μάης – Οχτώβρης), προέλασε, από το Μάη του 1829 και εξής, στην ανατολική Βαλκανική και έφτασε ίσαμε την Αδριανούπολη. Εκεί, υπογράφεται η φερώνυμη συνθήκη, που ενοχλεί τους Αγγλογάλλους, οι οποίοι παρακολουθούν τον τελευταίο χρόνο (από αρχές του 1828) τη Ρωσία να προσπαθεί να λύσει εις όφελός της μόνον το ελληνικό ζήτημα. Ας ιδούμε τους σπουδαιότερους όρους της ειρήνης αυτής, εν τάχει: «1. ακεραιότητα του οθωμανικού κράτους, 2. τήρηση των προγενεστέρων συνθηκών μεταξύ Πύλης και Ρωσίας, 3. προσχώρηση της Πύλης στην από 6/7/1827 συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας κι αφορούσε τη ρύθμιση των ελληνικών υποθέσεων, 4. βάσιμες εγγυήσεις για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στη Μαύρη Θάλασσα και 5. περαιτέρω διαπραγματεύσεις Τούρκων και Ρώσων επιτετραμμένων σχετικά με τα αιτήματα αποζημιώσεων και με τις λοιπές αξιώσεις των δυο μερών».
Για τη σημασία του τελευταίου Ρωσοτουρκικού Πολέμου στη λύση του ελληνικού ζητήματος  ας δώσουμε, κλείνοντας,  το λόγο στον Καρλ Μαρξ: «Ποιος έκρινε τον αγώνα όταν εξεγέρθηκαν οι Ελληνες; Οχι βέβαια οι συνωμοσίες και οι ξεσηκωμοί του Αλή Πασά στα Γιάννενα, όχι βέβαια η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, όχι βέβαια η παρουσία γαλλικού στρατού στο Μοριά ούτε οι συνδιασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου παρά ο Ντίμπιτς, που προέλασε με τον ρωσικό στρατό ίσαμε την κοιλάδα της Μαρίτσας περνώντας τον Αίμο».
Ενδεικτική βιβλιογραφία: 1. Στέφανος Τσαπάρας, «Η Πολιτική ηγεσία και οι ξένοι στη νεότερη Ιστορία της Ελλάδας», τ. Α – Δ, Αθήνα, 1988, εκδόσεις «Νέα Σύνορα», 2. Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς,  «Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα», εκδόσεις «Γνώση», 3.  Ν. Σβορώνος, «Επισκόπηση της νεοελληνικής Ιστορίας», εκδόσεις «Θεμέλιο», 4. «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ,  5.  Κορδάτος Γ., «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός αιώνας», τόμος X , 6. Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια», Αθήνα, 19999, εκδόσεις «Στάχυ»,  7. Παύλος Καρολίδης, «Ιστορία της Ελλάδος μετ’ εικόνων», εκδόσεις «ματι», Κατερίνη, 2006.  8.  Κυριάκος Σιμόπουλος, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», Αθήνα, 1999, εκδόσεις «Στάχυ» και 9. Διονύσιος Κόκκινος, «Η ελληνική επανάστασις», τ. I – VI, Αθήνα, 19573 , εκδόσεις «Mέλισσα». κ.α.


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ









Η   μικρή   σκούνα          
                                                                                                                                                                           Του Βασίλη Χαραλάμπους

Σηκώθηκε αργά –αργά , μέρες τώρα στο κρεββάτι , μια σούπα να κάνει. Τι να γίνει που την άλλη φορά που ο γυιός της ο Γιάννης δοκίμασε τη σούπα να φτιάξει στην άρρωστη μάνα κι΄ακόμα θυμάται κείνη τη γκριμάτσα που έκανε η μάνα του στην πρώτη κουταλιά.  Δεν τα πολυκατάφερνε σε κάτι τέτοια  πράγματα ο Γιάννης.  Η μητέρα του στην κουζίνα κι΄ ο Γιάννης πηγαινοερχόταν σκεφτικός στο δωμάτιο του.

Μια στιγμή κοντοστάθηκε για λίγο, το πρόσωπό του είχε άλλη όψη , σαν χαρούμενο έδειχνε.  Κάτι ψυθίρισε και παραύστερα άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια  Έψαχνε ,έψαχνε μέχρι που βρήκε μια παλιά σχισμένη άσπρη φανέλλα .  Τι να την κάνει άραγε τούτη τη σχισμένη φανέλλα;  Την κοίταξε για λίγο κι΄ ύστερα βγήκε έξω βιαστικός κατ’ αντίκρυ στον κυπαρισσώνα .  Σε λίγο νάσου μπαίνει μέσα κρατώντας κλαράκια διάφορα.  Κάθησε πλάϊ στη θράκα  κι΄ άρχισε  να φτιάχνει ένα καραβάκι, μια μικρή σκούνα για των Χριστουγέννων τα κάλαντα.  Κι’ έγινε τούτη η σκισμένη φανέλλα άρμενο για τη μικρή σκούνα.  Έμεινε ώρα πολλή εκεί πλάϊ στη θράκα να τεχνουργεί το δικάταρτο.  Κάθε τόσο διέκοπτε και σιγοτραγουδούσε ένα κομάτι από τα κάλαντα.  Παραύστερα  ανασηκώθηκε χαρούμενος κρατώντας τη μικρή σκούνα στα χέρια του.

Ο Κωστής ο μικρότερος αδελφός του μόλις μπήκε έμεινε να κοιτά έκπληκτος τη μικρή σκούνα.

-Τι ωραίο που είναι!  Θα το βάλουμε στο αυλάκι με το νερό να κολυμπήσει;
-Όχι Κωστή ,είναι το καραβάκι που θα κρατάμε στα κάλαντα .
-Όταν  περάσουν τα Χριστούγεννα  θα το βάλουμε στο αυλάκι να κολυμπήσει;   Επέμενε ο Κωστής.
-Καλά τότε να το βάλουμε .  Άντε τώρα να πάρεις τη φλογέρα σου και να πείς και στο Γιώργο να πάρει το τρίγωνό του για να πούμε τα κάλαντα στις απάνω γειτονιές.

Η  μητέρα στην κουζίνα και κατόπιν στο δωμάτιο της δεν κατάλαβε τίποτε.  Σε λίγο κίνησαν και οι τρείς τους για τις απάνω γειτονιές.  Ο Γιάννης μπροστά με τη μικρή σκούνα και λίγο πιο πίσω ο Γιώργος με το τρίγωνό του κι’ ο Κωστής με τη φλογέρα να φυσάει κατά βούληση.

Κείνο τ΄απόγευμα φυσούσε  οστριογαρμπής.  Ανασήκωσαν λίγο τα γιακαδάκια τους και προχώρησαν για τις απάνω γειτονιές.  Ο αγέρας κρύος και δεν έλεγε να κοπάσει.  Αρχίνισαν λοιπόν να τραγουδούν τα κάλαντα.  Ο μικρότερος , ο Κωστής τραγουδούσε μ΄όλη τη δύναμη της ψυχής του, άσε που ξεχνούσε κιόλας τα λόγια κάθε τόσο.  Άλλοι τους καλοδέχονταν κι΄ άλλοι τους διώχναν με ευγένεια .  Κι’ όμως υπήρχαν και κάποιοι που σχεδόν τους κλείναν κατάμουτρα την πόρτα.Αυτούς έτσι κι’ αλλιώς ο Γιάννης τους ήξερε κι΄από πέρυσι και δεν πολυστεναχωρήθηκε.

Γυρνούσαν  ώρα πολλή ίσαμε το γέρμα .  Τ΄ αγέρι συνέχισε  να φλυαρεί καταμεσής στα στενορύμια κι΄ο Γιάννης με τ΄ αδέλφια του συνέχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα.  Πέρασαν κι΄ από την εκκλησιά τ΄ Άη Μηνά.  Ο  Γιάννης κοντοστάθηκε λίγο ,κάτι ψυθίρισε, έκανε το σταυρό του κι΄ ύστερα συνέχισε.  Πήραν το δρόμο της επιστροφής .  Άρχισε να βραδιάζει .  Το φεγγάρι ολόγιομο, φεγγαροβραδιά σίγουρα και τούτην τη νύχτα.
Στο δρόμο για το σπίτι συνάντησαν τον Αλέξη του φούρναρη  ο οποίος γυρνούσε με το ποδήλατο του τις γειτονιές.  Πέρασε με ταχύτητα από πλάϊ τους κι΄ άρπαξε το κουτί με τα χρήματα .  Μάταια  φώναζε ο Γιάννης με τ΄αδέλφια του.  Έτρεξαν για λίγο ξωπίσω του μα που να τον προλάβουν.  Χάθηκε σαν σίφουνας στις απάνω γειτονιές .

-Τώρα τι κάνουμε Γιάννη ;
-Τίποτα Κωστή.
-Κρίμα , συμπλήρωσε ο Γιώργος.
-Λοιπόν τσιμουδιά στη μητέρα μας, είπε  στενοχωρημένος ο Γιάννης.
-Κι΄αν μας ρωτήσει;
-Καλά θα δούμε Γιώργο.  Πάντως εσείς τσιμουδιά.
Περνούσαν σιωπηλά  τα δρομάκια στις απάνω γειτονιές.  Σε λίγο φτάσαν στο φτωχικό τους.  Προσεχτικά άνοιξαν την ξώθυρα κι΄ αγάλι –αγάλι μπήκαν μέσα.  Προς έκπληξή τους όμως βρέθηκαν κατ΄αντίκρυ στη μάνα τους που τους περίμενε πλάϊ στη θράκα.

-Μπα τι βλέπω;  Τρίγωνο,φλογέρα, καραβάκι…
-Εμείς το φτιάξαμε, διάκοψε ο Κωστής.
-Εσείς το φτιάξατε;  Είναι πολύ ωραίο.

Κάθησαν λοιπόν περιτρίγυρα στη μάνα τους, πλάϊ  στη θράκα.  Ο Κωστής άφησε ένα μειδίαμα όλο ερωτηματικά.  Ο  Γιώργος ο πιο λησμονιάρης απ΄όλα τ΄αδέλφια του άρχισε να  ψάχνει τις τσέπες του.Μάταια ο Γιάννης προσπαθούσε να κάνει νεύμα στο Γιώργο να σταματήσει.  Ευτυχώς όμως που η μητέρα τους ανασηκώθηκε να τους βάλει σούπα .

-Καθίστε στο τραπέζι να σας βάλω λίγη σούπα να  ζεσταθείτε.

Κάθισαν λοιπόν περιτρίγυρα στο τραπέζι σιωπηλοί  κι΄ η μητέρα έβαλε στις γαβάθες τη σούπα.  Πριν καλά καλά αρχίσουν να τρώνε κτυπά επίμονα η πόρτα .
-Ποιος  νάναι τέτοια ώρα;  Ψυθίρισε η κυρά Διαμάντω και πήγε προς την πόρτα.

Ανοίγει την πόρτα και τι να δει;  Ο   Αλέξης του φούρναρη έχοντας σφιχτά στην αγκαλιά του το κουτί με τα χρήματα.
-Καλώς τον Αλέξη.
-Καλησπέρα και περαστικά κυρά Διαμάντω.
-Έλα να σου βάλω να φάεις σούπα να ζεσταθείς.

Ο Γιάννης και τ’ αδέλφια του έμειναν να κοιτούν απορημένοι.  Η κυρά Διαμάντω πήγε να βάλει σούπα κι΄ο Γάννης έβαλε τον Αλέξη να καθήσει πλάϊ του.  Περίτεχνα ο Αλέξης άφησε το κουτί στο χέρι του Γιάννη.  Μόλις που πρόλαβε γιατί ήρθε η κυρά Διαμάντω με τη σούπα.
-Πως από δω Αλέξη;
-Να για να πούμε τα κάλαντα αύριο, είπε δισταχτικά ο Αλέξης.
-Να τα πείτε παιδιά μου , να τα πείτε.  Έλα φάτε τη σούπα σας και θα σας φέρω κι΄άλλη.
Άραγε να μη κατάλαβε η κυρά Διαμάντω;  Σε λίγο έκανε να φύγει ο Αλέξης.
-Στάσου Αλέξη,του φωναξε ο Γιάννης.
           Πήρε τη μικρή σκούνα και την έδωσε στον Αλέξη.

-Τι είναι αυτό Γιάννη;
-Το καραβάκι που θα κρατάς αύριο στα κάλαντα.  Δικό σου.
-Σ’ ευχαριστώ Γιάννη ,σ’ ευχαριστώ.

Κάποιο μορφασμό πήγε να κάνει ο Κωστής μα τον διάκοψε το αυστηρό βλέμμα του Γιώργου και συνέχισε να ρουφάει τη σούπα του.  Το χαμόγελο της κυρά Διαμάντως μαρτυρούσε πόσο καλά κατάλαβε τούτη η πονεμένη γυναίκα που ήξερε καλά να κρύβει σαν κλεψίμι στην καρδιά του Γιάννη της την τόση  αρχοντιά.


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ MERRY CHRISTMAS


ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Το Παγκόσμιο Χωριό

    Ζούμε όλοι σε ένα <<Παγκόσμιο Χωριό>>. Η αλήθεια είναι ότι είμαστε πάρα  πολλοί για το μέγεθος αυτού του χωριού και γίνονται προσπάθειες να βρεθούν κάποια άλλα χωριά που θα μπορούσαν ίσως να δεχθούν κάποιους απο εμάς.
   Είμαστε πολλοί και πολύ διαφορετικοί , μιλάμε διάφορες γλώσσες έχουμε διαφορετικά χρώματα στην εμφανισή μας, έχουμε διαφορετικές θρησκείες , διαφορετικά ήθη και έθιμα , καμιά φορά και διαφορετικές αξίες, διαφορετικούς πολιτισμούς...........
  Δυστυχώς για μας λίγο ή πολύ όλοι έχουμε μια πολύ κακή συνήθεια.Ποιά είναι αυτή? Είναι ότι δεν προσέχουμε το χωριό μας ή μάλλον καλύτερα κάνουμε ότι μπορούμε για να το χαλάσουμε καταστρέφοντας το φυσικό του περιβάλλον και κάνοντας αλόγιστη χρήση και κατασπατάληση των φυσικών του πόρων.
  Το χωριό μας εκδικείται γι΄αυτή την συμπεριφορά μας.Σεισμοί , πλημμύρες , τσουνάμι, ακραίες καιρικές μεταβολές σε σύντομο χρονικό διάστημα , βρίσκονται καθημερινά στο ρεπερτόριο των ειδήσεων  του Παγκόσμιου Χωριού.
  Αφήστε που τώρα τελευταία υπάρχουν και κίνδυνοι απέξω για το Παγκόσμιο Χωριό. Μετεωρίτες και κάθε είδους αστρική ύλη πέφτουν πολύ συχνά πάνω στο Παγκόσμιο Χωριό,  ενώ η τροχιά του γειτνιάζει όλο και πιο συχνά με τις τροχιές άλλων Παγκόσμιων Χωριών.
 Εμείς οι κάτοικοι αυτού του χωριού τί κάνουμε? Κάνουμε πολέμους , κάνουμες φυλετικές , εθνικές , θρησκευτικές διακρίσεις , δεν σεβόμαστε τον συνανθρωπό μας , δεν ανεχόμαστε την διαφορετικότητα του.Με λίγα λόγια κοιτάμε να κάνουμε κακό στους συνανθρώπους μας.
  Ετσι οδηγούμε τη ζωή μας σε λάθος δρόμο και το Παγκόσμιο Χωριό στην καταστροφή.
  Πρέπει λοιπόν να αλλάξουμε πορεία.....
  Πρέπει να κάνουμε κάτι διαφορετικό.....
  Ειλικρινά δεν γνωρίζω τι να κάνουμε ακριβώς....
  Αλλά κάτι πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί.......
  Δεν είμαι αιθεροβάμων .... Δεν πατάω στα σύννεφα......
  Δεν περιμένω απο την μια στιγμή στην άλλη κοσμογονικές αλλαγές στο Παγκόσμιο Χωριό...
  Περιμένω και ευελπιστώ σιγά-σιγά να αλλάζει κάτι προς το καλύτερο....
  Για παράδειγμα περιμένω να αυξηθούν και να γιγαντώσουν τα ανθρωπιστικά κινήματα , τα   κινήματα ειρήνης , τα αντιρατσιστικά κινήματα...
  Πρέπει να σταματήσει η πείνα σε όλες τις γειτονιές του Παγκόσμιου Χωριού και ιδιαίτερα σε μια γειτονιά που ονομάζεται Αφρική.
  Πρέπει να σταματήσουν οι κάτοικοι κάποιων γειτονιών  να φεύγουν με τη βία από τα σπίτια τους, απο της γειτονιές τους. ιδιαιτέρως  μιας γειτονιάς που ονομάζεται Ασία.....
  Αλλά και ο καθένας μας ξεχωριστά πρέπει να σκύψει μέσα του  και να κάνει την αυτοκριτική του λέγοντας <<Τί έκανα  για τον συνάνθρωπό μου, τον σεβάστηκα , του έδωσα φιλία και αγάπη?>>.
  Όσοι έχετε γίνει Πρόσκοποι θα γνωρίζετε ότι απαραίτητη - βασική αρχή και αξία είναι:
  Κάθε ο Πρόσκοπος  να κάνει κάθε μέρα μια καλή πράξη για τον συνάνθρωπο του.
  Εσείς το κάνετε?